Το βινύλιο τραγουδάει ακόμα

07F55AD3324487FF25DD4391E5FFA6BBΤο τελευταία είκοσι χρόνια ψυχορραγούσε. Τώρα όλο και περισσότεροι μαύροι δίσκοι γυρίζουν στα πλατό των πικάπ. Είναι η νοσταλγία, είναι ο ρομαντισμός, είναι ο πιο φυσικός ήχος, είναι η αντίσταση στην ευκολία της ψηφιακής εποχής;

Ο λογότυπος της εταιρείας Inner Ear Records, η οποία σκοπεύει στο μέλλον να κυκλοφορεί αποκλειστικά δίσκους βινυλίουΣχεδόν είκοσι χρόνια είχε να ζήσει το βινύλιο τέτοιες δόξες. Στη Βρετανία τουλάχιστον, όπου πέρυσι πουλήθηκαν 1,2 εκατ. δίσκοι βινυλίου. Τελευταία φορά που είχαν σημειωθεί τέτοια νούμερα ήταν το 1996 (1,1 εκατ. αντίτυπα συγκεκριμένα). Πριν από πέντε χρόνια επρόκειτο για μια αγορά με τζίρο 3 εκατ. στερλινών, τώρα έχει υπερβεί τα 20 εκατομμύρια. Αντίστοιχη άνθηση όμως παρατηρείται και στις ΗΠΑ. Οι πωλήσεις βινυλίου το 2014 ήταν αυξημένες κατά 51,8% σε σύγκριση με το 2013. Συνολικά 9,2 εκατ. βινύλια πουλήθηκαν την περασμένη χρονιά, με πιο δημοφιλές άλμπουμ το «Lazaretto» του Τζακ Γουάιτ.  Ολα αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν απαραίτητα πως θα αναστηθεί μια παραπαίουσα βιομηχανία ούτε ότι θα φτάσουμε στο μέλλον να αγοράζουμε μαζικά βινύλια. Στις ΗΠΑ οι πωλήσεις του αντιστοιχούν στο 3,6% των συνολικών πωλήσεων ενώ στη Βρετανία μόλις στο 2%, τη στιγμή που οι υπηρεσίες streaming ξεπερνούν το 10%. Και ας μην ξεχνάμε ότι, παρά την άνοδο του βινυλίου, οι πωλήσεις των CD σημειώνουν κατακόρυφη πτώση.

Η Ελλάδα ακολουθεί την παγκόσμια τάση. Τα δισκοπωλεία του κέντρου, των Εξαρχείων ειδικά, φαίνεται να κρατάνε γερά ακόμη και στα χρόνια της κρίσης, αν και η κύρια ευθύνη για αυτό βαραίνει τους συλλέκτες και τους φανατικούς του βινυλίου που δεν διστάζουν να ξοδεύουν μεγάλα ποσά για την απόκτηση ενός πολύτιμου, σπάνιου LP. Παζάρια δίσκων βινυλίου και ανταλλαγές μεταξύ συλλεκτών οργανώνονται συνεχώς – ακόμη και ένα ετήσιο φεστιβάλ, το «Vinyl is back», διαθέτει η Αθήνα. Η τέταρτη διοργάνωσή του πραγματοποιήθηκε στην Τεχνόπολη το τριήμερο 31 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου. Εκτέθηκαν 80.000 βινύλια από περίπου 80 καταστήματα δίσκων και ιδιώτες. Το πιο σπάνιο βινύλιο ήταν το «Greece Goes Modern» του Μίμη Πλέσσα, που είχε κυκλοφορήσει το 1967 σε 50 μόνο κόπιες και πωλούνταν προς 2.500 ευρώ. Δεν βρήκε αγοραστή. Ο πιο ακριβός δίσκος που τελικά  πουλήθηκε (στην τιμή των 230 ευρώ) ήταν τα «Δυο Μικρά Γαλάζια Αλογα» τουΓιώργου Ρωμανού.
Μπορείς εύκολα να αποδώσεις αυτή την αλλαγή σε μια παροδική μόδα. Την αρχή, κατά κάποιον τρόπο, έκανε η πολυεθνική Universal όταν ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια την καμπάνια «Back to Black», την επανεκτύπωση ιστορικών άλμπουμ σε μορφή βινυλίου, δηλαδή, με αφορμή την 60ή επέτειο από την έκδοση των πρώτων δίσκων 33 στροφών. Η κίνηση αυτή βρήκε αντίκρισμα στο καταναλωτικό κοινό. «Πιστεύω ότι πρόκειται για μια διεθνή συγκυρία, η οποία ξεκίνησε από χώρες με τεράστια αγορά βινυλίου, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία. Θα ήταν πολύ ρομαντικό να πω ότι όσοι επιλέγουν το βινύλιο το κάνουν για τον ήχο του, παρ’ όλο που ο αναλογικός ήχος είναι πιο φυσικός από τον ψηφιακό. Νομίζω ότι αρκετοί το αντιμετωπίζουν ως συλλεκτικό αντικείμενο και δεν είμαι σίγουρη αν θα περάσει στις νεότερες γενιές που έχουν κυρίως συνδέσει τη μουσική με το downloading. Βλέπω παιδιά σε παζάρια βινυλίων ή κάνω κάποιο βινύλιο δώρο σε νεότερους φίλους, χαίρονται και όταν τους ρωτάω αν έχουν πικάπ μου λένε “όχι, αλλά αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για να αγοράσω”» εξηγεί η Χίλντα Παπαδημητρίου, μουσικόφιλη, δημοσιογράφος, συγγραφέας και τέως ιδιοκτήτρια δισκοπωλείου. «Καλή είναι βέβαια αυτή η εξέλιξη γενικώς, αν και δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει συνολική επιστροφή, θα είναι τα βινύλια σαν τα κολονάτα ποτήρια που έχουμε στο σπίτι και τα χρησιμοποιούμε σε ειδικές περιστάσεις».
Πιο ειδικά στη χώρα μας, σύμφωνα με στοιχεία που μας έδωσε η Minos Emi-Universal, το ποσοστό πωλήσεων βινυλίων επί των συνολικών πωλήσεων σκαρφάλωσε το 2014 στο 7,2% από 1,5% που ήταν το 2011. Επανεκτυπώσεις όπως «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» τουΜάνου Χατζιδάκι εξαντλούνται. Το μερίδιο του λέοντος κατέχουν φυσικά ονόματα της ροκ, οι Pearl Jam ή οι Arctic Monkeys. Υπάρχουν ωστόσο και εξαιρέσεις. Οι «Μέρες του Φωτός» της Νατάσσας Μποφίλιου είχαν επίσης εξαντληθεί σε μορφή βινυλίου όταν είχαν κυκλοφορήσει από την τότε Sony (νυν Feelgood Records). Η εναλλακτική δισκογραφική εταιρεία Inner Ear (στο δυναμικό της ανήκουν ονόματα όπως ο Παύλος Παυλίδης και ο The Boy) βιώνει με μεγαλύτερη αισιοδοξία τη δημοφιλία του βινυλίου, αφού στις δικές της κυκλοφορίες το βινύλιο είναι πρώτο σε πωλήσεις (με μερίδιο 60%) σε σχέση με το CD και το digital album και η διαφορά όλο και μεγαλώνει. Το πιο πετυχημένο τους βινύλιο είναι το πρώτο album των Baby Guru με τίτλο το όνομά τους. Κυκλοφόρησε το 2011. Πρόκειται για μία εταιρεία που σκέφτεται να αφοσιωθεί στο βινύλιο: «Η ζήτηση του κοινού παίζει πρωταρχικό ρόλο και αυτή τη στιγμή το βινύλιο υπερτερεί του CD. Εχουμε περιορίσει πάρα πολύ την παραγωγή CD και στο μέλλον, απ’ ό,τι φαίνεται, το βινύλιο θα είναι το μόνο φυσικό μέσο που θα πουλάμε. Πέρα από την προτίμηση του κόσμου, ως label αφενός μας αρέσει περισσότερο ως format λόγω artwork, συσκευασίας και καλύτερης ποιότητας ήχου και αφετέρου, παρότι το CD είναι πιο εύχρηστο ως μέσο, δεν έχει σε καμία περίπτωση την αισθητική και συλλεκτική αξία που έχει ένας δίσκος βινυλίου. Παράλληλα φροντίζουμε όλες οι εκδόσεις βινυλίου που κυκλοφορούμε να συμπεριλαμβάνουν το περιεχόμενο του δίσκου σε bonus CD ή mp3 ώστε οι αγοραστές να έχουν κι αυτή την επιλογή».
Αυτή ίσως είναι η λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά. Οι τριαντάρηδες και οι σαραντάρηδες, οι γενιές που πρόλαβαν δηλαδή τη μουσική σε βινύλια, κασέτες και CD και έχουν μια σχετικά φετιχιστική σχέση με τα αντικείμενα αυτά θέλουν να έχουν στην κατοχή τους τις αγαπημένες τους κυκλοφορίες σε φυσική μορφή, ακόμη κι αν καταλήγουν να ακούνε τα τραγούδια από το iPod, το κινητό ή τον υπολογιστή τους. Το βινύλιο δεν είναι βολικό στη χρήση, δεν εξοικονομεί χώρο και είναι ακριβό. Σε υποχρεώνει ωστόσο να το ακούσεις. Σε μια εποχή όπου όλα είναι τόσο εύκολα καλό είναι πού και πού να μας παιδεύει και κάτι.
tovima.gr