Ελλειμμα 23 δισ. ευρώ το 2011… λιγότερα έσοδα, περισσότερα έξοδα!!

«Την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2011 το ταμειακό έλλειμμα της κεντρικής διοίκησης ανήλθε σε 23,14 δισ. ευρώ, έναντι ελλείμματος 23,39 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2010.
Κατά την περίοδο αυτή, τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού διαμορφώθηκαν σε 51,53 δισ. ευρώ, από 52.30 δισ. ευρώ το 2010 και οι δαπάνες αυξήθηκαν σε 71,4 δισ. ευρώ, από 68,67 δισ. ευρώ το 2010».
Με τη λιτή, όπως πάντοτε, αυτή ανακοίνωση η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει την κατάσταση που βρίσκονται τα ταμεία του δημοσίου μετά το δεύτερο χρόνο εφαρμογής του μνημονίου. Οπως έγραψε “το Βήμα” το ταμειακό έλλειμμα και το 2011 ανήλθε σε διψήφιο ποσοστό 10,4% του ΑΕΠ και πλέον μόνο τα αποτελέσματα της γενικής κυβέρνησης (το πελόνασμα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των ΟΤΑ και των ασφαλιστικών ταμείων) μπορούν να βελτιώσουν την εικόνα και να διαμορφώσουν το έλλειμα της κεντρικής κυβέρνησης σε χαμηλότερα επίπεδα από 9,6-9,8% του ΑΕΠ.
Κλείνοντας τον προϋπολογισμό του 2011 το υπουργείο Οικονομικών, ενόψει και της άφιξης της τρόικας την ερχόμενη Τρίτη, ανακοίνωσε ότι «σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού για το δωδεκάμηνο Ιανουάριου – Δεκεμβρίου 2011, σε δημοσιονομική βάση, το έλλειμμα του Κρατικού Προϋπολογισμού διαμορφώνεται στα 21,63 δισ. ευρώ (η ποσοστό 9,9% του ΑΕΠ) έναντι στόχου 21,7 δισ. ευρώ όπως προσδιορίστηκε στον ψηφισθέντα προϋπολογισμό του 2012 και ελλείμματος 21,45 δισ. ευρώ το 2010».
Είναι προφανές ότι παρά τη χιονοστιβάδα των εισπρακτικών μέτρων και των πολιτικών λιτότητας, η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώνεται.
Τα συνολικά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού (Τακτικός και ΠΔΕ) είναι μειωμένα έναντι του τελευταίου αναθεωρημένου στόχου κατά 873 εκατ. ευρώ ενώ υστερούν κατά 5 δισ. ευρώ έναντι του αρχικού σχεδίου προϋπολογισμού ενώ και οι συνολικές δαπάνες συμπεριλαμβανομένων και των δαπανών του ΠΔΕ που κατακρεουργήθηκαν παρουσιάζονται μειωμένες κατά 947 εκατ. ευρώ.
Ειδικότερα τα καθαρά έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 49,99 δισ. ευρώ και εμφανίζονται μειωμένα κατά 1,7% έναντι του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος του 2010. Η υστέρηση των εσόδων είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς το υπουργείο Οικονομικών ετεροχρόνισε επιστροφές φόρων (εισοδήματος) πρός νοικοκυριά και (ΦΠΑ) πρός επιχειρήσεις ύψους 1,7 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2010.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση «η υστέρηση των εσόδων οφείλεται κυρίως στις μειωμένες εισπράξεις από παρακράτηση φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά το τρέχον έτος λόγω της ευνοϊκότερης φορολόγησης βάσει του νέου φορολογικού νόμου και της μείωσης των εισοδημάτων. Η υστέρηση έναντι του στόχου για το ίδιο διάστημα οφείλεται σε καθυστερήσεις είσπραξης των φορολογικών εσόδων που προέκυψαν από την απεργία, τις τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου, των υπαλλήλων των Δ.Ο.Υ. καθώς και από την παράταση που δόθηκε για την καταβολή φορολογικών οφειλών έως τις 20 Ιανουαρίου».
Οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού είναι αυξημένες κατά 1.899 εκατ. ή 2,8% έναντι του 2010. H αύξηση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις αυξημένες δαπάνες για τόκους κατά 3,12 δισ. ευρώ ή 23,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2010.
Οι πρωτογενείς δαπάνες αντίθετα, παρουσιάζονται μειωμένες κατά 1,3% ή 703 εκατ. ευρώ παρά την αύξηση των δαπανών για ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία κατά 1,9 δισ ευρώ ή 12,8%. Βασικοί αποδέκτες των εν λόγω αυξημένων δαπανών ήταν:
· τα Ασφαλιστικά Ταμεία κατά 1,23 δισ. ευρώ (κυρίως το ΙΚΑ κατά 1,44 δισ. ευρώ, ο ΟΑΕΕ κατά 70 εκατ. € και το ΝΑΤ κατά 24 εκατ. €) εξαιτίας της μείωσης των εσόδων τους από ασφαλιστικές εισφορές.
· ο ΟΑΕΔ για την καταβολή επιδομάτων ανεργίας κατά 385 εκατ. ευρώ και
· τα νοσοκομεία κατά 558 εκατ. € για την πληρωμή των προμηθειών του έτους 2011 (δόθηκαν επιπλέον 68 εκατ. € για την καταβολή οφειλών από προμήθειες παρελθόντων ετών).
Οι δαπάνες του ΠΔΕ, τέλος, παρουσιάζουν μείωση κατά 21,8% ή 1,84 δισ. €.
Υπενθυμίζεται, ότι όλα τα παραπάνω στοιχεία αφορούν μόνο στην εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού και όχι στο σύνολο των δημοσιονομικών δεδομένων για το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης – κατά τον ορισμό του ESA95 – που αποτελεί το κριτήριο για την αξιολόγηση του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής της Ελλάδας.
[ΒΗΜΑ]